Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Η Γλώσσα των Κερκυραίων - Τρίτο μέρος by "aslan"


Η-Θ-Ι

Η

Ήβρεγμα (το): Θα το έχω έτοιμο (Θα τόχω ήβρεγμα ) (Παξοί).
Ήλιακας (ο): Κόκκινο χταπόδι που γίνεται λιαστό.
Ηλιοκαμπίδα (η): Φωτεινός χώρος.
Ηλιόκριση (η): Πανσέληνος η το γέμισμα του φεγγαριού.
Ήμα : Ήμουν. (παξοί).
Ημέρωμα (το): Ξεχερσωμένο χωράφι.



Θ

Θανασούλη : Παλιός χωριάτικος χορός.
Θανατήτας (ο): Πολύ μεγάλη παγωνιά.
Θανατίτας (ο): Θανατικό .
Θαραπάηκα : Ευχαριστήθηκα.
Θεατρίζομαι : Ρεζιλεύομαι.
Θέατρο (Έγινα): Ρεζιλεύτηκα.
Θελέσπια (η): Μεγάλη (Παξοί).
Θέλημα (το): Εξυπηρέτηση.
Θέρμη (η): Πυρετός.
Θερμός (ο): Βραστό νερό.
Θερμούτσα (η): Αναμμένα κάρβουνα .
Θηκάρι (το): Γιλέκο Ανδρικό της παραδοσιακής κερκυραικής στολής.
Θηλίκια (τα): Κορδόνια (Παξοί).
Θηλύκι (το): Κουμπότρυπα (Θύλη).
Θηλυκώνω : Κουμπώνω.
Θίναλο (το): Αμμουδερό παραθαλάσσιο μέρος (Αρχ. Θίς).
Θλιβερός (ο): Δύστυχος .(Παξοί).
Θράσιο (το): Άπαχο ζώο.
Θράσιο(το): Ολοκληρωτικό – Τελειωτικό.
Θράσιος (ο): Εντελώς χαζός.
Θράσιος (ο): Τελείως άχρηστος.
Θράσιος (ο): Νηστικός;;;;;;;;;;;;;;;;
Θράσιος (ο): Άνοστος , Σαθρός , Σάπιος.
Θρονιάζομαι : Σρογγυλοκάθομαι .Κάθομαι αναπαυτικά
Θρονιάσου : Κάθισε (Προστ. και με εκνευρισμό).



Ι


Ίγγερα : Άκρη – Άκρη (Παξοί).
Ιγγλεζίνες (οι): Καμώματα . (Παξοί).
Ίγκια – Ίγκια : Άκρη – Άκρη (Παξοί).
Ιμαντινιέρω : Διατηρώ (Ital. Mantenere).
Ιμιτάρω : Μιμούμαι (Ital. Imitare).
Ιμπάντο (το): Εγκατάλειψη (Ital.Abbandonare).
Ιμπάρκο (το): Επιβίβαση (Ital. Inbarco).
Ιμπατσάρω : Ρισκάρω (Ital. Impazzare = Τρελαίνομαι).
Ιμπενιάρω : Δεσμέυομαι , Εγγυώμαι.(Ital. Impeghare).
Ιμπένιο (το): Εγγύηση (Ital. Impegho).
Ιμπετσίλες (ο): Ανόητος (βλ. Ιμπετσιλιτά).
Ιμπετσιλιτά (η): Τρέλα, Μωρία , Ανοησία. (Ital. Impeccabillita).
Ιμπιάντο (το) Εξοπλισμός (Ital. Impianto = Εγκατάσταση πχ. Ηλεκτρική).
Ιμπιτζάρομαι : Αναμειγνύομαι. (Ital. Impiccione).
Ιμποστόρος (ο): Απατεώνας.(Ital.Impostore).
Ιμποστούρα (η): Κατηγορία – Συκοφαντία. (βλ. Ιμπουτατζιόν).
Ιμπουτάρω : Κατηγορώ – Σπιλώνω. (βλ. Ιμπουτατζιόν).
Ιμπουτατζιόν (η): Κατηγορία (Ital. Imputazione).
Ιμπρέζα (η): Διαφορά ;;;;
Ιμπρέζα (το πήρα ): Αναλαμβάνω κάτι (Ital. Ripresa).
Ιμφάτο (το): Καμώματα- Παθήματα. (Ital. In-fatto).
Ιναμοράδος (ο): Ερωτευμένος. (Ital. Innamorato).
Ιναπιλάμπελε (ο): Ανέκκλητος.(Inappellabile).
Ινβεντάριο (το): Κτηματολόγιο (Ital. Inventario).
Ινβεντάριο (το): Απογραφή (Ital. Inventario).
Ινβεστίρω : Επενδύω. (Ιtal. Investire).
Ινβόζε : Επικαλούμαι (Ital. Invocare).
Ινγραβιάδος (ο): Βεβαρημένος (Ital. Gravato).
Ινκαντάρω : Εκθέτω σε δημοπρασία (Ital. Incanto).
Ινκάντο (το): Δημοπρασία (Ital. Incanto).
Ινκασάδο (το): Σκάλισμα κορνίζας ξύλου η τοίχου (Ital. Incassato).
Ινκόμοδα (τα): Ενοχλήσεις (Ital. Incomodo).
Ινκόντρο (το): Συνάντηση Εμπορική (Ital. Incontro).
Ινκουϊζίτος (ο): Κατηγορούμενος (Ital. Accusato).
Ινκουμέσιον (η): Πληρεξουσιότητα;;;;
Ινμπάντο (το): Εγκαταλελειμμένο (Ital. Inbanto).
Ινμπότα Στο λεπτό ;;;;
Ινορδίνος (ο): Σε ετοιμότητα (Ital. Ordino-are).
Ινπένιο (το): Υποχρέωση.(Ital. Impegno).
Ινπούμπλικο(το): Φανερά ,δημόσια (Ital. Inpubblico).
Ινπούντο : Ακριβώς( «ήρθες ινπούντο ).(Ιταλ. In punto ).
Ινσεράδα (η): Το αδιάβροχο πανωφόρι του ψαρά.
Ινσόμα : Επιτέλους. (Ιταλ: insomma : εν συντομία).
Ινσόμα : Συνολικά (Ital. Insumma).
Ιντεμέλα (η): Μαξιλαροθήκη.
Ιντερβενιέντε : Ιδιώτης που αναλάμβανε δικαστικές υποθέσεις με Την επίβλεψη δικηγόρου επι ενετοκρατίας.
Ιντερεσάδος (ο): Συμφεροντολόγος (Ital. Interessato).
Ιντερέσο (το) : Η νιτερέσο - Μυστικό η ενδιαφέρουσα πληροφορία.(Ιταλ. Interess-amento).
Ιντερέσο (το): Ενδιαφέρον . (Ital. Interesse).
Ιντζεκουτζιόν : Εκτέλεση (Ital. Esecuzione).
Ιντιέρος (ο): Ακέραιος (Ital. Intiero).
Ίντιμα (η): Στρωματοθήκη (Ital. Intima=Εσωτερικό , Εσώρουχο).
Ιντιμάδος (ο): Κοινοποιημένος (Ital. Intimare).
Ιντιμάρω : Κοινοποιώ.
Ιντιματζιόν (η): Κοινοποίηση.
Ιντονάδος (ο): Τονισμένος μουσικά (Ital. Intonato).
Ιντόρνου : Πέριξ – Γύρω γύρω. (Ital. Intorno).
Ιντράδα (η): Περιφραγμένη ιδιοκτησία (Ital.Intrada).
Ιντρόιτο (το): Είσοδος σκεπαστή σπιτιού.(Ital. Introito).
Ιντρομετέρω : Παρεμβάλω (Ital. Intromettere).
Ιντσεράδα (η): Αδιάβροχο ρούχο (Ital. In cerata=Κερωμένο).
Ιντσίρκα : Περίπου (Ital. Circa).
Ινφεριάδα (η): Σιδεριά παραθύρου μπαλκονιού(Ital. Inferriata).
Ινφερμάρω : Ακυρώνω ( Ital. Infirmare).
Ινφλιντζάρω : Καταχωρίζω (Ital. Inflinzare).
Ιποτεκάδο (το): Υποθηκευμένο (Ipotekato).
Ιποτεκάρω : Υποθηκεύω (Ital. Ipotekare).
Ισεστέρω : Επιμένω (Ital. Insistente).
Ίσκνα (γίνηκε) : Διαλύθηκε;;;;;
Ίσκρα (η): Τσακμάκι με πέτρα για το άναμμα της φωτιάς (Σλαυικ Iscra=Σπίθα).
Ισοστάς : Αν ίσως (Παξοί).;;;;;;;
Ισπονέρω : Ενδιαφέρομαι- Εντυπωσιάζομαι;;;;;
Ιστάντζια (η): Προσαγωγή –Αγωγή (Ιtal. Instantanea).
Ιστρουμέντο (το): Ακυρώνω (Η προέρχεται από το Ιstrumento = Εργαλείο , πιθανόν από κάποιο εργαλείο γραφείου Ακύρωσης Η από το Ristare = Σταματώ).Ιτάρω Βοηθώ (Ital. Dare – Gritare).
Ίσωμα : Τέλος πάντων.

Συνεχίζεται...

2 σχόλια:

  1. Μπράβο άσλαν. Να είσαι πάντα καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γεια σου ορέ Ασλάν!!! Τέτοια κάνεις, θυμάμαι τη σκούφια μου και αλησμονάω ότι η Λισσάβω τσ' Αγγλετέρας μεχει κάμει Καπο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Όλα τα σχόλια είναι ευπρόσδεκτα. Εκτός από τα υβριστικά. Οσα σχόλια περιέχουν ονόματα θα σβήνονται άμεσα. Μην κάνετε το κόπο να γράφετε υβριστικά σχόλια για συγχωριανούς μας.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...