Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Πτυχία - παγίδες

Πώς τα βρετανικά κυρίως πανεπιστήμια εκμεταλλεύονται παρανόμως τον καημό του Νεοέλληνα να σπουδάσει το παιδί του 

 



Δ. ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, λέγεται, «είναι η ψυχή μιας κοινωνίας». Φαίνεται όμως ότι η ελληνική κοινωνία κινδυνεύει να χάσει την ψυχή της. Ενώ η ανώτατη παιδεία παρέχεται, σύμφωνα με το ελληνικό Σύνταγμα, μόνο από το κράτος, ένας ολόκληρος μηχανισμός, με ξένη ως επί το πλείστον προέλευση, καταστρατηγεί ουσιαστικά την επιταγή του νόμου. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, έχει όμως λάβει τα τελευταία χρόνια επικίνδυνες διαστάσεις και τείνει να εξελιχθεί σε χιονοστιβάδα. Πρωταγωνιστές οι λεγόμενοι «μεσίτες της παιδείας»: «Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών», «Γραφεία Διεκπεραίωσης» και ξένα, κυρίως βρετανικά, πανεπιστήμια που επεκτείνονται ραγδαία στη χώρα μας και δίνουν «πτυχία», προς δόξαν της «παγκοσμιοποίησης», του «franchising» και άλλων θλιβερών νεολογισμών.
Είναι προφανές ότι ο καημός της μέσης ελληνικής οικογένειας «να μπει το παιδί στο πανεπιστήμιο» έχει γίνει αντικείμενο κερδοσκοπίας. Πλάι στους 50.000 περίπου νέους που εισάγονται σε ΑΕΙ και ΤΕΙ, άλλοι τόσοι παίρνουν τον δρόμο για το εξωτερικό ή χτυπούν την πόρτα της εγχώριας πανεπιστημιακής παραπαιδείας. Οι αριθμοί ευημερούν: τα 30 δισ. δρχ. εκτιμάται ότι προσεγγίζει ο τζίρος των ιδιωτικών «πανεπιστημίων» στην Ελλάδα. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφυγή συναλλάγματος στο εξωτερικό: το «άνοιγμα» των βρετανικών πανεπιστημίων στους έλληνες φοιτητές, οι οποίοι μπορούν πλέον να εισαχθούν σε αυτά ακόμη και με 12,5 μέσον όρο στις Γενικές Εξετάσεις(!), μας κοστίζει περισσότερα από 50 δισ. δρχ. ετησίως, καθώς ο αριθμός εκείνων που φεύγουν για να σπουδάσουν στη Γηραιά Αλβιώνα


έχει υπερδεκαπλασιασθεί την τελευταία δεκαετία. Τα ερωτηματικά τα οποία προκαλεί η διαμορφούμενη κατάσταση είναι εύλογα και αφορούν κυρίως τις ευθύνες της πολιτείας αλλά και την τύχη που θα έχουν οι στρατιές των πτυχιούχων (με ή χωρίς εισαγωγικά) του μέλλοντος.
Ακριβά χαρτιά χωρίς αξία
ΧΑΡΗ ΣΤΗΝ επινοητικότητα των ξένων, ιδίως των βρετανικών, πανεπιστημίων και των ελλήνων αντιπροσώπων τους λειτουργεί ήδη de facto στη χώρα μας ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση ­ και ας ορίζει διαφορετικά το Σύνταγμα των Ελλήνων. Οι πολυεθνικές της παιδείας, τα δισεκατομμύρια του διαφυγόντος συναλλάγματος, οι τίτλοι σπουδών - «μαϊμούδες» και οι άνεργοι του μέλλοντος
 
ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΝ οι μαθητές της τρίτης λυκείου να επιστρέψουν την προπερασμένη εβδομάδα στα σχολεία και κλήθηκαν ήδη να υποβάλουν συμπληρωμένα τα μηχανογραφικά δελτία με τις προτιμήσεις τους για τα πανεπιστήμια όπου θέλουν να εισαχθούν. Τα συσσωρευμένα νέφη από την απεργία των διδασκόντων βαραίνουν ήδη επάνω στις Γενικές Εξετάσεις του Ιουνίου και στην παιδεία γενικότερα. Σε κάποιους όμως τα προβλήματα θα πρέπει να προκαλούν χαμόγελα αφού προοιωνίζονται κέρδη: ο λόγος για τους «μεσίτες της παιδείας» και τους ξένους (κυρίως βρετανικούς) εκπαιδευτικούς οργανισμούς υπέρ των οποίων αυτοί διαμεσολαβούν.
Το καλοκαίρι πρόκειται να εισαχθούν σε ΑΕΙ και ΤΕΙ περισσότεροι απο 50.000 υποψήφιοι: είναι όμως μόνο οι μισοί Ελληνες που προσδοκούν μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια να έχουν αποκτήσει τίτλο σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με υπολογισμούς ξένων φορέων που έχουν λόγους να ενδιαφέρονται, όπως το Βρετανικό Συμβούλιο, περίπου 30.000 συνομήλικοί τους παίρνουν τον δρόμο για τα πανεπιστήμια του εξωτερικού· οι περισσότεροι για τη Γηραιά Αλβιώνα. Ανάλογες είναι και οι εκτιμήσεις πρόσφατης σχετικής έρευνας του ΕΜΠ για τα «Ιδιωτικά "Πανεπιστήμια" στην Ελλάδα» (των Γ. Τσαμασφύρου, Αλ. Σιαπκαρά και Δ. Μπασαντή), η οποία επισημαίνει ότι σχεδόν άλλοι τόσοι στρέφονται σε ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς φορείς στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα «Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών». Πλείστα εκ των τελευταίων διαθέτουν από τις αρχές της δεκαετίας του '90 ένα σημαντικό πλεονέκτημα: εμφανίζονται ως παραρτήματα ξένων, κυρίως βρετανικών, πανεπιστημίων και δίνουν πτυχία (με ή χωρίς εισαγωγικά).
Η αλήθεια είναι ότι η ζήτηση «ανωτάτης παιδείας» στη χώρα μας ήταν υψηλή εδώ και πολλές δεκαετίες και συνοψίζεται στον καημό της μέσης ελληνικής οικογένειας «να μπει το παιδί στο πανεπιστήμιο». Η καχεξία ενέκειτο στην προσφορά: οι σπουδές στο εξωτερικό ήταν υπόθεση ακαδημαϊκά απαιτητική και οικονομικά ασύμφορη, οι δε εναλλακτικές λύσεις στο εσωτερικό, που προσέφεραν τα «Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών», έπασχαν από απόψεως κύρους. Παρ' όλα αυτά, τα περασμένα χρόνια αρκετοί έλληνες φοιτητές πήραν τον δρόμο για τη γειτονική Ιταλία (που ήταν μια απο τις δημοφιλέστερες λύσεις) ενώ μια σειρά ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί φορείς εξασφάλιζαν πρόσβαση σε ορισμένα (τεχνικά κυρίως) επαγγέλματα ­ ή απλώς αναβολές από τον στρατό.
Η εμφάνιση ξένων ΑΕΙ στην Ελλάδα είναι υπόθεση αρκετών δεκαετιών. Η «έκρηξη» όμως της πανεπιστημιακής παραπαιδείας αλλά και η αύξηση του αριθμού των εκπατριζόμενων φοιτητών σημειώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν μεγάλος αριθμός ξένων, κυρίως δε βρετανικών, πανεπιστημίων άρχισε να συρρέει στην Ελλάδα και να συνάπτει συμφωνίες με τοπικούς φορείς. Η τοπική ζήτηση δεν είναι ο μόνος λόγος της εισβολής των ξένων στη χώρα μας. Οι αιτίες του φαινομένου εντοπίζονται εκτός ελληνικών συνόρων και πιο συγκεκριμένα στη Βρετανία. Μάλιστα η διόγκωση της πανεπιστημιακής παραπαιδείας επιβεβαιώνει με έναν ακόμη μελαγχολικό τρόπο την περιλάλητη «παγκοσμιοποίηση», από την οποία διέπεται πλέον η διεθνής οικονομία, αλλά και την τεράστια ανάπτυξη του κλάδου των «υπηρεσιών» ­ ανάμεσά τους και της παιδείας.
Η αρχή της ιστορίας βρίσκεται 15 χρόνια πίσω και εντοπίζεται στη Βρετανία. Το 1981 η τότε πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ ξεκίνησε μια σειρά περικοπές στα κονδύλια της βρετανικής ανωτάτης παιδείας. Λίγο το πνεύμα του φιλελευθερισμού και λίγο η αντιπάθεια της κυρίας Θάτσερ για την πανεπιστημιακή ελίτ (παραδοσιακό προπύργιο των ανδρών αλλά και της προοδευτικής Αριστεράς) οι περικοπές οδήγησαν σε κόντρα μεταξύ της Συντηρητικής κυβέρνησης και των βρετανικών ΑΕΙ. Η «Σιδηρά Κυρία» αντέδρασε κλείνοντας τη στρόφιγγα των παροχών: αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι στα μέσα της δεκαετίας του '80 οι αμοιβές ενός λέκτορα βρετανικού πανεπιστημίου ήταν χαμηλότερες από εκείνες ενός αστυνομικού.
Το μήνυμα των βρετανών Συντηρητικών προς τα πανεπιστήμια ήταν διπλό: πρώτον, έπρεπε να αναζητήσουν πόρους στον ιδιωτικό τομέα (δωρεές ή άλλες τέτοιου είδους παροχές)· δεύτερον, το ακολουθητέο πρότυπο διαχείρισης δεν ήταν αυτό του εκπαιδευτικού ιδρύματος αλλά εκείνο της ιδιωτικής επιχείρησης. Πάντως, στη διάρκεια της δεκαετίας του '80 οι έλληνες προπτυχιακοί φοιτητές εξομοιώθηκαν με τους βρετανούς συνομηλίκους τους και σταμάτησαν να επιβαρύνονται με τα δίδακτρα που καταβάλλουν οι ξένοι φοιτητές στη Βρετανία, κάτι που αποτελούσε συνέπεια της ένταξης της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1986 οι έλληνες πρωτοετείς φοιτητές στη Βρετανία ήταν, σύμφωνα με βρετανικές πηγές, 163· μαζί με τους νεοεγγραφέντες μεταπτυχιακούς έφθαναν τους 1.009 σε σύνολο.

* Η «αταξική κοινωνία»
Η κατάργηση των διδάκτρων έκανε σταδιακά τα βρετανικά πανεπιστήμια πιο προσιτά στα ελληνικά βαλάντια. Το 1990 οι έλληνες πρωτοετείς φοιτητές στη Βρετανία έφθαναν τους 556 ­ είχαν δηλαδή σχεδόν τριπλασιασθεί. Στο μεταξύ η κρίση κονδυλίων της βρετανικής εκπαίδευσης συνεχιζόταν. Το πλήγμα που είχε καταφέρει η κυρία Θάτσερ στα πανεπιστήμια ήρθε να συμπληρώσει η «αταξική κοινωνία» του διαδόχου της και νυν βρετανού πρωθυπουργού Τζον Μέιτζορ. Το 1992 καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ ΑΕΙ και ΤΕΙ στη Βρετανία (αγγλιστί «Universities» ή «Colleges» και «Polytechnics» αντιστοίχως). Ολα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα ονομάστηκαν εν μια νυκτί πανεπιστήμια. Η ελιτίστικη βρετανική εκπαίδευση που απορροφούσε κάποτε μόλις το 8% του πληθυσμού βρέθηκε να έχει περί τα 100 πανεπιστήμια και τις 300.000 θέσεις.
Το μένος της «Σιδηράς Κυρίας»
Το «άνοιγμα» της ανωτάτης εκπαίδευσης είχε αποτέλεσμα να περάσουν αρκετοί νεαροί Βρετανοί από τις στατιστικές της ανεργίας στους καταλόγους φοιτητών των πανεπιστημίων. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι η ανάγκη εισόδου στα νεότευκτα πανεπιστήμια ενηλίκων, οι οποίοι δεν είχαν τελειώσει καν τα βρετανικά λύκεια, οδήγησε στη γένεση του περίφημου Foundation Course. Πρόκειται για ένα προκαταρκτικό έτος σπουδών που αποτελεί ένα είδος γέφυρας για τα ΑΕΙ ­ πάνω από τον Ρουβίκωνα των εξετάσεων, δηλαδή των GCE Α Levels, που χρειαζόταν να έχει περάσει κανείς για να γίνει δεκτός σε βρετανικό πανεπιστήμιο ως προπτυχιακός φοιτητής. Ο θεσμός, που επινοήθηκε εν μέρει και για να απαλύνει το πρόβλημα της ανεργίας στη Βρετανία, έμελλε να γνωρίσει ημέρες δόξας στην Ελλάδα.
Η αύξηση των πανεπιστημίων, ο πολλαπλασιασμός των θέσεων και η κρίση κονδυλίων δημιούργησαν σκληρό ανταγωνισμό και αγώνα επιβίωσης μεταξύ των βρετανικών ΑΕΙ. Η εξάντληση της βρετανικής αγοράς φαίνεται ότι κατέστησε τη στροφή προς τα «έξω» ελκυστική λύση. Τα βρετανικά πανεπιστήμια εξακολουθούσαν να έχουν υψηλό κύρος· άλλωστε μια ευρωπαϊκή έρευνα δημοσιευμένη το 1989 έδινε υψηλότατους βαθμούς στη βρετανική ανώτατη παιδεία σε σχέση με τους ανταγωνιστές της της Γηραιάς Ηπείρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1995 η Βρετανία φιλοξενούσε 190.000 περίπου ξένους φοιτητές, σχεδόν οι μισοί εκ των οποίων προέρχονταν από την Ευρώπη. Οι βρετανικές αρχές υπολογίζουν την αξία τους σε 430 δισ. δρχ.· λέγεται μάλιστα ότι η παρουσία τους συντηρεί περισσότερες από 35.000 θέσεις εργασίας.
* Η ανεπάρκεια του συστήματος
Ο κ. Ελιοτ σημειώνει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στο «top 5» των χωρών που στέλνουν φοιτητές στη Βρετανία. Μάλιστα, τα παραρτήματα του Βρετανικού Συμβουλίου στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη δέχονται ετησίως 110.000 αιτήσεις για πληροφορίες για σπουδές σε βρετανικά πανεπιστήμια ­ «σχεδόν 1% του πληθυσμού», σημειώνει ο συντάκτης. Αιτία της αυξημένης ζήτησης είναι η «ανεπάρκεια του ελληνικού συστήματος ανωτάτης παιδείας». «Από τους περίπου 150.000 υποψηφίους που λαμβάνουν μέρος στις ετήσιες γενικές εξετάσεις μόλις 20.000 εξασφαλίζουν θέση στα εγχώρια πανεπιστήμια, ενώ οι ενήμεροι παρατηρητές πιστεύουν ότι οι διπλάσιοι έχουν τα προσόντα και θα ωφελούνταν από την πανεπιστημιακή παιδεία».
Αναγνωρίζοντας τη ζήτηση, τα βρετανικά πανεπιστήμια έσπευσαν να την καλύψουν. Πώς λειτουργεί στην πράξη το «franchising»; Το «Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών» βάζει την υποδομή (αίθουσες, καθηγητές κλπ.) και το βρετανικό πανεπιστήμιο εκχωρεί την επωνυμία του και επιβλέπει το πρόγραμμα, ενώ οι καθηγητές του αναλαμβάνουν και τη διόρθωση των γραπτών. Τα «Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών» προσφέρουν ετήσια «Foundation Courses», τα δίδακτρα για τα οποία φθάνουν ως το 1.000.000 δρχ. Η επιτυχής ολοκλήρωσή τους οδηγεί τον ενδιαφερόμενο στο συμβεβλημένο πανεπιστήμιο για να συνεχίσει τις σπουδές του (όχι πάντα με επιτυχία). Τα «Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών» προσφέρουν, όμως, και πολυετείς κύκλους που οδηγούν σε τίτλο σπουδών, πτυχίο που δίνει το βρετανικό πανεπιστήμιο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Βρετανικού Συμβουλίου, «τουλάχιστον τριάντα βρετανικά πτυχία μπορούν να αποκτηθούν με σπουδές εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα». Πρόκειται όμως για πτυχία ή για «πτυχία»; Σε σχετικό ερώτημα του «Βήματος» οι αρμόδιοι του ΔΙΚΑΤΣΑ ήταν κατηγορηματικοί: οι ξένοι τίτλοι σπουδών που έχουν αποκτηθεί στην Ελλάδα δεν αναγνωρίζονται· «ό,τι έχουν κάνει εδώ είναι σαν να μην το έχουν κάνει καθόλου».
* «Πτυχία» και μαϊμούδες
Η αναγνώριση από το ελληνικό Δημόσιο των τίτλων σπουδών που δίνουν τα βρετανικά πανεπιστήμια μέσω των εδώ παραρτημάτων τους δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Η υπερβολική ζήτηση είχε ως αποτέλεσμα να εμφανισθούν στην Ελλάδα «Foundation Courses» - μαϊμούδες, που προσφέρονται δηλαδή στο κοινό χωρίς να υπάρχει ούτε καν συμφωνία με ξένο πανεπιστήμιο. Είναι μια κατάσταση που αναγνωρίζει το Βρετανικό Συμβούλιο τόσο διά στόματος στελεχών του, όπως ο κ. Αντριαν Οντέλ, όσο και στα ενημερωτικά έντυπά του: «Οσοι επιθυμούν να παρακολουθήσουν προκαταρκτικό έτος σπουδών στην Ελλάδα, πριν από την εγγραφή τους σε οποιοδήποτε κέντρο ελευθέρων σπουδών πρέπει να ελέγχουν αν το συγκεκριμένο κέντρο έχει συνάψει συμφωνία με το βρετανικό πανεπιστήμιο με το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει συνεργασία». Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Γράφοντας ή στέλνοντας φαξ στο βρετανικό πανεπιστήμιο, απαντά ο κ. Οντέλ.
Αλλη λύση είναι να απευθυνθούν οι ενδιαφερόμενοι στο Βρετανικό Συμβούλιο, το οποίο διαθέτει, σύμφωνα με τη διαβεβαίωση του συνομιλητή μας, κατάλογο με όλα τα γνήσια «Foundation Courses». Ο κατάλογος δεν δημοσιοποιείται, πρώτον, «γιατί είναι ρευστός και αλλάζει διαρκώς», ανάλογα με τις συμφωνίες που κλείνονται ή «χαλάνε», και, δεύτερον, γιατί οι αντιδράσεις των ενδιαφερομένων «Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών» είναι, όπως θα αναμενόταν, έντονες. Κάποιοι άλλωστε τηλεφωνούν και ρωτούν «τι πρέπει να κάνουν» ή «πόσα χρειάζεται να πληρώσουν» για να μπουν στη λίστα.
* Ραγδαίες εξελίξεις
Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι και το ίδιο το Βρετανικό Συμβούλιο, που αντιμετωπίζει και αυτό προβλήματα λόγω των περικοπών στα κονδύλιά του, προσφέρει τη δυνατότητα φοίτησης στο Πανεπιστήμιο το Εσεξ αλλά και το «Scottish International Foundation Programme». Είναι άραγε θεμιτό, αποτελεί fair play, κατά τη γνωστή βρετανική έκφραση, ο ίδιος οργανισμός να μετέχει σε μιαν αγορά και συγχρόνως να εμφανίζεται ως κριτής της εγκυρότητας των ανταγωνιστών του; Ο κ. Οντέλ δεν βλέπει κανένα πρόβλημα· «άλλωστε, οι πληροφορίες που δίνει το Βρετανικό Συμβούλιο για τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών αφορούν τη γνησιότητα και όχι την ποιότητα».
Κάθε Αύγουστο οι εφημερίδες βρίθουν διαφημίσεων από εμπορικούς πράκτορες
που αναλαμβάνουν την εισαγωγή των νεαρών Ελλήνων ­ με το αζημίωτο φυσικά
Τι λένε οι βρετανικές αρχές
Εν τούτοις, οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Κάποτε για να μπει κανείς σε βρετανικό πανεπιστήμιο έπρεπε να δώσει τις (δύσκολες) εξετάσεις του GCE. Πολύ σύντομα ο θεσμός του Foundation Course, του προκαταρκτικού έτους, που είχε, όπως είδαμε, επινοηθεί προς εξυπηρέτησιν των ενηλίκων βρετανών φοιτητών, προσαρμόστηκε στις ανάγκες των αλλοδαπών ­ όπως οι Ελληνες. Τώρα μπορεί κανείς να μπει σε βρετανικό πανεπιστήμιο με το απολυτήριό του από το λύκειο και τα αποτελέσματα των γενικών εξετάσεων! Πώς γίνεται αυτό; Χάρη στους «μεσίτες της παιδείας». Κάθε Αύγουστο οι εφημερίδες βρίθουν διαφημίσεων από εμπορικούς πράκτορες που αναλαμβάνουν την εισαγωγή των νεαρών Ελλήνων σε βρετανικά πανεπιστήμια ­ με το αζημίωτο φυσικά. Οπως πληροφορεί «Το Βήμα» ένας εκπαιδευτικός σύμβουλος που προτιμά για ευνόητους λόγους να διατηρήσει την ανωνυμία του, η παροχή συμβουλών, η προετοιμασία των αιτήσεων, η διαμεσολάβηση και η επαφή με τα ενδιαφερόμενα βρετανικά πανεπιστήμια τιμώνται «από 200.000 δρχ. το κεφάλι ως 1.500.000 δρχ.» τον Σεπτέμβριο ­ όταν κάποιοι γονείς φθάνουν στα όρια της αλλοφροσύνης.
* «Δεκτοί απόφοιτοι λυκείου...»
Τη δράση των «μεσιτών της παιδείας» επισημαίνει και το προαναφερθέν έγγραφο του Βρετανικού Συμβουλίου: «Τις καλοκαιρινές εβδομάδες που ακολουθούν τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των γενικών εξετάσεων σημειώνεται καταιγισμός διαφημίσεων στον Τύπο που προσφέρουν "εγγυημένη" πρόσβαση σε πτυχιακές σπουδές στη Βρετανία κατόπιν πληρωμής σε έναν πράκτορα ή ένα κολέγιο που ισχυρίζεται ότι διαθέτει σύνδεσμο με βρετανικό πανεπιστήμιο. Το Βρετανικό Συμβούλιο συχνά είναι υποχρεωμένο να αντιμετωπίσει το εξαγριωμένο κοινό που βρίσκεται σε σύγχυση ή είναι εξοργισμένο από τη λοταρία του συστήματος εισαγωγής και την εμπλοκή σε αυτό εμπορικών πρακτόρων με αμοιβές της τάξεως του ενός ή και ενάμισι εκατ. δρχ.».
Ομολογουμένως, οι καιροί έχουν αλλάξει: «Αν εξαιρέσει κανείς την Οξφόρδη, το Κέιμπριτζ, το London School of Economics και κάποια άλλα κορυφαία πανεπιστήμια», λέει ο ίδιος εκπαιδευτικός σύμβουλος, «μπορεί κανείς να βρει θέση σε βρετανικό πανεπιστήμιο με το απολυτήριό του και τους βαθμούς του των γενικών εξετάσεων». Το εύλογο ερώτημα είναι με τι βαθμούς; Ακόμη και με 12,5 μέσο όρο, λέει μειδιώντας, και αναφέρει ως παράδειγμα έλληνα φοιτητή που βρήκε θέση στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ.
* Ο πήχυς χαμηλώνει
Οι συνέπειες που έχει το πρωτοφανές «χαμήλωμα του πήχεως» για την είσοδο στα βρετανικά ΑΕΙ φαίνονται στους αριθμούς όπως προκύπτουν από τα βρετανικά στοιχεία. Οι 163 έλληνες πρωτοετείς του 1986 προσέγγισαν το 1995 τους 5.000. Μάλιστα, οι προ δεκαετίας αριθμοί έχουν αντιστραφεί, αφού οι προπτυχιακοί ξεπερνούν τους μεταπτυχιακούς, οι οποίοι έχουν κι αυτοί αυξηθεί και πλησιάζουν τους 6.500. Σε απόλυτους αριθμούς, η Ελλάδα ακολουθεί τη Μαλαισία· όλοι μαζί, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί, οι μαλαισιανοί φοιτητές ξεπερνούν τους 18.000. Η αυξανόμενη ροή φοιτητών από την Ελλάδα προκύπτει και από την αναλυτική μελέτη των στοιχείων: στους περισσότερους κλάδους αυτοί που βρίσκονται στο πρώτο έτος σπουδών είναι υπεράριθμοι των υπολοίπων. Από ποιοτικής άποψης, η μεγαλύτερη συσσώρευση φοιτητών παρατηρείται στους μηχανολόγους (περισσότεροι από 2.700), στη διοίκηση επιχειρήσεων (1.722), στην πληροφορική (629), στις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες (786) και τέλος στη βιολογία (670).
Αξιοσημείωτη είναι όμως και η διαφυγή συναλλάγματος. Το μέσο ετήσιο κόστος ζωής στη Βρετανία (εκτός Λονδίνου) για έναν φοιτητή υπολογίζεται γύρω στα 2.400.000 δρχ., ενώ τα δίδακτρα των (κοινοτικών) μεταπτυχιακών ανέρχονται γύρω στο 1 εκατ. δρχ. Ενας συντηρητικός υπολογισμός φέρνει το διαφυγόν συνάλλαγμα, δηλαδή τα χρήματα που δαπανούν οι εκπατρισμένοι έλληνες φοιτητές στη Βρετανία, κοντά στα 50 δισ. δρχ. Και αυτό χωρίς να υπολογισθούν τα έξοδα μετάβασης και ίσως ακόμη και τα... «μεσιτικά».
Πώς βλέπουν το όλο θέμα οι βρετανικές αρχές; Οταν από το 1993 ως το 1994 ο αριθμός των ελλήνων εισακτέων σε βρετανικά πανεπιστήμια αυξήθηκε κατά 45% και οι έλληνες πρωτοετείς έφθασαν τους 7.000, ένας Ελληνας, μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας του Κέιμπριτζ, έστειλε ένα γράμμα στις αρμόδιες αρχές με πληροφορίες και ερωτηματικά για την κατάσταση. Η επιστολή περιήλθε από το βρετανικό υπουργείο Παιδείας στο υπουργείο Εξωτερικών. Ο αρμόδιος υφυπουργός Τζέρεμι Χάνλεϊ έγραφε χαρακτηριστικά: «Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι εμείς και το Βρετανικό Συμβούλιο είμαστε διατεθειμένοι να δούμε περισσότερους έλληνες σπουδαστές να έρχονται στη Βρετανία για να παρακολουθήσουν σπουδές και θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να καταστήσουμε ευχερή τη μετάβασή τους εδώ».
Αυτό που απασχολεί τους Βρετανούς, όπως εμφαίνεται από το προαναφερθέν έγγραφο του Βρετανικού Συμβουλίου για την «Αγγλοελληνική Συνεργασία στην Ανωτάτη Εκπαίδευση», με συντάκτη τον κ. Ντέιβιντ Ελιοτ, είναι να «μη διακυβευθεί η καλή φήμη της βρετανικής ανωτάτης παιδείας». Δεν είναι μόνο οι διαμαρτυρίες και η κερδοσκοπία. Μια πρόσφατη έρευνα του βρετανικού Συμβουλίου Ποιότητας της Ανωτάτης Παιδείας με αντικείμενο την Ελλάδα, την Ισπανία, τη Μαλαισία και άλλες χώρες όπου υπήρχαν προβλήματα δεν απέδωσε διόλου ενθαρρυντικά αποτελέσματα, καθώς τα βρετανικά πανεπιστήμια δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα με ποιον συνεταιρίζονται και αποσκοπούν κυρίως στην κερδοσκοπία. Ο παραπάνω φορέας πραγματοποίησε ήδη τη δεύτερη έκδοση ενός «Κώδικα Πρακτικής για τις Διεθνείς Συνεργασίες στην Ανωτάτη Παιδεία». Το ερώτημα όμως είναι πότε, όπως επισημαίνει ο κ. Ελιοτ, «θα σκάσει η σαπουνόφουσκα».
Γλαφυρές είναι οι διαπιστώσεις του μνημονίου του Βρετανικού Συμβουλίου για τις ελληνικές αντιλήψεις: «Απλώνεται ολοένα η αντίληψη στην Ελλάδα ότι ένα βρετανικό πτυχίο μπορεί εύκολα, υπερβολικά εύκολα, να το αποκτήσει κανείς, ακόμη και χωρίς να εγκαταλείψει τη χώρα, ιδίως σε περιπτώσεις όπου τα μαθήματα και η αξιολόγηση γίνονται στα ελληνικά».
Αν οι Βρετανοί ανησυχούν για την εικόνα της ανωτάτης παιδείας τους, δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται για τις συνέπειες στην ελληνική αγορά. Πώς θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα τον διαγραφόμενο πληθωρισμό πτυχίων; Ο κ. Ελιοτ παραδέχεται ότι «υπάρχει αμφιβολία αν η ελληνική οικονομία έχει τη δυνατότητα να απορροφήσει μια ιδιαιτέρως διευρυμένη προσφορά πτυχιούχων». Οσο για τον ανταγωνισμό μεταξύ πτυχιούχων ελληνικών ΑΕΙ, βρετανικών πανεπιστημίων και Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών: «Ασχετα από το αν οι τίτλοι σπουδών αναγνωρίζονται ή όχι από τις ελληνικές αρχές, είναι τέτοιες οι αναφερόμενες ελλείψεις των κρατικών πανεπιστημίων, οι απόφοιτοι των ιδιωτικών κολεγίων έχουν τη δυνατότητα να τους ανταγωνισθούν στην εύρεση εργασίας στον ιδιωτικό τομέα ­ όπως φαίνεται με επιτυχία».
Κοντολογίς, το αν θα υπάρξει ανεργία «λευκού κολάρου» τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα και ποιοι πτυχιούχοι θα βρουν εργασία είναι δικό μας πρόβλημα. Στο μεταξύ τα βρετανικά ΑΕΙ κερδοσκοπούν εις βάρος της χώρας μας ρίχνοντας συγχρόνως και την αξία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Ο προαναφερθείς εκπαιδευτικός σύμβουλος δεν αρνείται ότι η φυσική συνέπεια της κατάστασης αυτής είναι η «υποτίμηση της παιδείας» ­ χάρη στην οποία ο ίδιος ταξιδεύει, φυσικά, business class στα αεροπλάνα. «Τι θέλετε να γίνει;», λέει σηκώνοντας τους ώμους. «Το αποτέλεσμα είναι αυτό που θέλουν οι έλληνες γονείς: να πάρει το παιδί πτυχίο».
Οι «πολυεθνικές της παραπαιδείας»ΑΠΟ ΠΟΥ έρχονται οι ξένοι φοιτητές που σπουδάζουν στη Βρετανία; Από τη Μαλαισία, το Χονγκ Κονγκ, τη Σιγκαπούρη και την Ιαπωνία· στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα σκήπτρα κρατάει η Ελλάδα και ακολουθούν η Ιρλανδία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία. Πώς αυξήθηκαν οι αριθμοί; Στη δεκαετία του '90 τα βρετανικά πανεπιστήμια κατέστησαν ένα είδος «πολυεθνικών της παιδείας». Εξήλθαν των βρετανικών συνόρων και άρχισαν να συνεταιρίζονται με τοπικά κέντρα σπουδών στις χώρες με μεγάλη ζήτηση ­ είναι το περίφημο «franchising». Η μεγάλη έξοδος είχε δύο στόχους: να αυξηθεί ο αριθμός των ξένων που μετέβαιναν στη Βρετανία (κυρίως διά των Foundation Courses), αλλά και να εξυπηρετηθεί η ζήτηση επί τόπου μέσα από συνεταιρισμούς με τοπικούς φορείς.
Η θέση της Βρετανίας στην Ευρώπη, η διεθνής πρωτοκαθεδρία της αγγλικής γλώσσας, το κύρος και, κυρίως, ο επιχειρηματικός ζήλος των βρετανικών ΑΕΙ απέδωσαν αποτελέσματα. Αυτό φάνηκε και στην Ελλάδα, όπου η διεθνοποίηση των βρετανικών σπουδών κατέστησε τα πανεπιστήμια της Γηραιάς Αλβιώνας ανταγωνιστικά σε σχέση με την Ιταλία, τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και τη Γαλλία, που αποτελούσαν ώς τότε δημοφιλείς λύσεις. Πράγματι από τον συνδυασμό των στοιχείων της Διεύθυνσης Διεθνών Συναλλαγών της Τράπεζας της Ελλάδος για το 1994 που παρατίθενται στην έρευνα του ΕΜΠ και των βρετανικών στοιχείων για το 1995 προκύπτει ότι η Βρετανία τείνει πλέον να καταστεί προορισμός του ημίσεος των 30.000 περίπου εκπατριζόμενων ελλήνων φοιτητών. Τη μερίδα του λέοντος έχουν τα βρετανικά ΑΕΙ και στην εγχώρια πανεπιστημιακή παραπαιδεία: σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας του ΕΜΠ, τα περισσότερα «Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών» είναι συμβεβλημένα με βρετανικά πανεπιστήμια.
Πώς και με ποια κριτήρια επελέγησαν οι ξένες χώρες στις οποίες επεκτάθηκε η βρετανική ανώτατη παιδεία και πώς επετεύχθη αυτό; Ενδιαφέρον παράδειγμα, για προφανείς λόγους, είναι η ελληνική περίπτωση. Ενα έγγραφο του Βρετανικού Συμβουλίου με αποδέκτες τα βρετανικά πανεπιστήμια, το οποίο παρουσιάζει «Το Βήμα», δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα της κατάστασης της παιδείας στην Ελλάδα μέσα από «ξένα μάτια» αλλά και υπό το πρίσμα ξένων συμφερόντων. Ως συντάκτης φέρεται ο κ. Ντέιβιντ Ελιοτ, επικεφαλής του Τμήματος Προαγωγής της Εκπαίδευσης του Βρετανικού Συμβουλίου, και τίτλος του εγγράφου είναι: «Η αγγλοελληνική συνεργασία στον τομέα της ανωτάτης εκπαίδευσης».


 
Το ΒΗΜΑ, 23/03/1997


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Όλα τα σχόλια είναι ευπρόσδεκτα. Εκτός από τα υβριστικά. Οσα σχόλια περιέχουν ονόματα θα σβήνονται άμεσα. Μην κάνετε το κόπο να γράφετε υβριστικά σχόλια για συγχωριανούς μας.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...